Ακολουθήστε το Kriti360 στο Facebook για να μην χάνετε είδηση!

Κοίτα να δεις ,που πάλι έβρεχε… Έβρεχε έξω, έβρεχε και μέσα! Το βρεγμένο χώμα στεγνώνει.. Η βρεγμένη ψυχή, δεν στεγνώνει.

Της Χαρίκλειας Ντερμανάκη

Κρατά την υγρασία μέσα της, σαν εκείνα τα κουτάκια που πουλάνε στα Σούπερ Μάρκετ, για να τα βάζεις στα ντουλάπια της κουζίνας να μη μυρίζουν μούχλα.

Πήρε μια ομπρέλα, παλιά, μαύρη, σπαστή και βγήκε.

Κοίταξε τον ουρανό κι άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί,που μαύριζε λιγότερο..

Μα, λες και το βαρύ σύννεφο τον είχε βάλει στο μάτι τον άνθρωπο..

Οπου κι αν πήγαινε, έβρεχε..

Εκλεισε την ομπρέλα, δεν είχε νόημα.

Είναι απορίας άξιο, όταν ματώνει η ψυχή, αντί να προσπαθεί ο νους, σαν τη γάτα ,να γλύψει, να γιάνει την πληγή, σε σπρώχνει να πονέσεις περισσότερο.

Εκατοντάδες τέτοιες βόλτες,πικρές, υγρές και μοναχικές είχε κάνει στη ζωή του.

Ο άνθρωπος.. Η Μαρία, η Γιάννα, η Σοφία,ο Πέτρος ,ο Γιάννης, ο Παντελής..

Καπνίζοντας, πίνοντας, κλαίγοντας, για μια αγάπη που δεν ήταν αγάπη, για έναν έρωτα που τον έκανε να νιώσει μαλάκας, για ένα βαρύ πένθος, για δυο βαριές κουβέντες που ανταλλάχτηκαν με ένα φίλο..

Μα τέτοια βόλτα, με τόση απελπισία σαν τη σημερινή, ποτέ…

Καμιά ομπρέλα, δεν προστατεύει τον άνθρωπο, από τη βροχή της ακύρωσης.

Όταν ακούει οτι η μάνα ,παίζει παιχνίδι στον υπολογιστή, ενώ ο γκόμενος, σκοτώνει το παιδί της..

Πως θεέ μου, πως γίνεται αυτό..

Πως αναδύονται στο Φως ,τέτοια σκοτάδια..

Ποια αφύσικη, ανώμαλη, άρρωστη συνεύρεση γεννά τέτοια τέρατα..

Και ίσως, ακολουθήσουν κι άλλα, παρόμοια..

Ψάχνει ο άνθρωπος, ξύλο να χτυπήσει στο δρόμο της βροχερής του βόλτας..

Ένα παγκάκι βλέπει μπροστά του, με στέγαστρο, στάση λεωφορείου..

Χτυπά με δύναμη τα κότσια της μπουνιάς του..

Όχι, δεν θα ακούσουμε κάτι άλλο..

Το παγκάκι.. Μικρό. Ισα ίσα χωράνε δύο άτομα.

Όχι νέα.. Οι νέοι δεν κάθονται στα παγκάκια των στάσεων.

Φοράνε ακουστικά στ’ αυτιά ,τις κουκούλες των φούτερ στο κεφάλι και ανταλλάσσουν μηνύματα με φίλους,ή βλέπουν τικ-τοκ.

Στα παγκάκια κάθονται ηλικιωμένοι..

Σαν αυτούς,που συναντά κανείς και στα γηροκομεία.

Με άδειο βλέμμα, ή με βλέμμα προσμονής.

Δεν περιμένουν μόνο το λεωφορείο..

Ένα θαύμα περιμένουν, που δεν έρχεται, δεν θα έρθει ποτέ..

Να γίνουν νέοι, να γίνουν όμορφοι ξανά, να γίνουν δυνατοί και να ζήσουν, κάνοντας άλλα πράγματα από αυτά που έκαναν.

Σε γηροκομείο της πόλης μας, δεν υπήρξε χώρος για θαύματα.

Ούτε για προσμονή.

Ούτε για άδεια βλέμματα.

Φαντάζεται ο άνθρωπος, τα σκαμμένα πρόσωπα με τα μάτια σφαλιχτά, να μη βλέπουν τους δήμιούς τους.

Να προσεύχονται στο θεό, να τους πάρει, για να τους λυτρώσει από τα μαρτύρια τους.

Που να πας σήμερα και να μη βρέχει γαμώτο, που να πας..

Πως η ψυχή, μπορεί να αναβλύσει τόσο μίσος.

Πως το μίσος της ψυχής ενός ανθρώπου, κατάφερε σαν μαγνήτης να τραβήξει κι άλλα μίση, να γίνουν πολλά, πέντε, δέκα, δεκαπέντε, δεν ξέρω πόσα κι όλα μαζί, να πέσουν σαν αστροπελέκια πάνω στα κεφάλια τόσων αδύναμων..

Συνέχισε να περπατά ο άνθρωπος..

Μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο.

Λες και το κρίμα το είχε ο ίδιος πάνω του κι αυτό ήταν αδιάβροχο κι ανεξίτηλο και δεν έσβηνε με τίποτα.

Συγνώμη.. Συγγνώμη..