Ακολουθήστε το
στο Facebook για να μην χάνετε είδηση!
Μερικές φορές, τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν πάνω σε κάποιες περιοχές με εντελώς απροσδόκητο τρόπο, ακόμα κι αν οι κάτοικοί τους δεν έχουν κάνει το παραμικρό για να τα προσελκύσουν. Είναι ένα παράξενο κράμα συγκυριών, τύχης και ιδανικού τάιμινγκ, που όμως λειτουργεί, αφήνοντας τελικά το δικό του αποτύπωμα.
Κάτι τέτοιο συνέβη και την άνοιξη του 2020 με το Κεντροχώρι της Κρήτης. Έναν οικισμό στις ορεινές εξοχές του νότιου Ρεθύμνου, λίγο πριν το παραλιακό μέτωπο (το οποίο εντοπίζεται 6 με 7 χιλιόμετρα πιο πέρα), που ζει κατά τα λοιπά πολύ ήσυχα, σχεδόν αδιαφορώντας για ό,τι καταλαβαίνουμε ως «τουριστική ανάπτυξη». Εν μέσω της πρωτόγνωρης κατάστασης που δημιούργησε τότε η πανδημία, όμως, το Κεντροχώρι γνώρισε ανέλπιστη δημοσιότητα στη Γερμανία, λόγω ενός άρθρου που έγραψε ο Bernd Schiller στην έγκυρη καθημερινή εφημερίδα «Die Welt», στηριγμένος σε ταξιδιωτικές εμπειρίες των αμέσως προηγούμενων ετών.
Εκεί, λοιπόν, σε μια αναντίρρητα δύσκολη στιγμή –με πολλούς να εγκαταλείπουν τα όποια σχέδια είχαν για διακοπές και τον ίδιο τον Schiller να αναφέρει ότι «κανείς δεν ξέρει πότε θα ξαναγίνουν αεροπορικά ταξίδια προς Ηράκλειο και Χανιά»– το κατά τα λοιπά άγνωστο χωριό έγινε αφετηρία ενός ανοιξιάτικου οδοιπορικού στη (συνήθως) αθέατη πλευρά του Ρεθύμνου. Προβάλλοντας ως ένας ειδυλλιακά ανέγγιχτος προορισμός, ανάμεσα σε παπαρούνες και ορχιδέες.
Το Κεντροχώρι με μια ματιά
Το Κεντροχώρι δεν οφείλει την ονομασία του σε κάποιο επίκεντρο, όπως ίσως βιαστεί να συμπεράνει κανείς. Λέγεται έτσι επειδή ανήκει στα λεγόμενα «χωριά του Κέντρους», στους οικισμούς εκείνους, δηλαδή, που είναι χτισμένοι στα ριζά του βουνού Κέντρος (ή αλλιώς Κέδρος) –από τα ψηλότερα στην Κρήτη. Πρόκειται για ένα μικρό μέρος, με μόλις 39 μόνιμους κατοίκους (σύμφωνα με την απογραφή του 2011), οι οποίοι ζουν σε υψόμετρο 530 μέτρων, στους νότιους πρόποδες του βουνού.
Για τις καταβολές του Κεντροχωρίου δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Οι τοπικές παραδόσεις μας πάνε πίσω στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μιλώντας για την αρχόντισσα Μαρία, η οποία κατείχε όλη τη γη από το Κέντρος ως τα παράλια του Λιβυκού Πελάγους. Κι επειδή στη θέση του σημερινού οικισμού βρίσκονταν οι στάβλοι των βοδιών και τα μαγειρεία των ζευγολατών που ασχολούνταν με τις καλλιέργειες της επικράτειάς της, η περιοχή ονομάστηκε Βουιδομαγεργειό (ή Βουιομαγεργειό).
Αυτό που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι ότι το χωριό υπήρχε ήδη το 1301 –και λεγόταν, πράγματι, Βουιδομαγεργειό– γιατί το συναντάμε σε συμβόλαιο της εποχής, γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες (ως «Vudomaierio»), καθώς είχε ξεκινήσει, πλέον, η περίοδος της κυριαρχίας των Βενετών στην Κρήτη. Κατόπιν, η απογραφή του 1659 το δείχνει να επιβιώνει επιτυχώς και κατά την Τουρκοκρατία, αλλά ως το 1881 είναι πλέον γνωστό ως «Δουμαεργειό», προφανώς από παραφθορά της παλιότερης ονομασίας. Όταν η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα διατέλεσε για λίγο έδρα (ομώνυμου) Δήμου, ενώ το 1933 μετονομάστηκε επισήμως σε Κεδροχώρι, που στη συνέχεια (1940) διορθώθηκε σε Κεντροχώρι.
Για τα παλιά χρόνια δεν ξέρουμε πολλά πράγματα, φαίνεται πάντως ότι το χωριό έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866 κατά των Τούρκων, καθώς στην περιοχή του βρέθηκε το 1868 το εθελοντικό σώμα του συνταγματάρχη Δημήτριου Πετροπουλάκη, το οποίο έστειλαν ενισχυτικά οι Μανιάτες. Μάλιστα, είναι σε κοντινή θέση (αυτή που σήμερα οι ντόπιοι ξέρουν ως «Λιαποκεφαλές», στη διαδρομή προς την Κρύα Βρύση) όπου ηττήθηκαν και αποδεκατίστηκαν, σε μια μάχη που πλέον θεωρείται η δεύτερη πιο μεγάλη συμφορά της επανάστασης, μετά το διάσημο ολοκαύτωμα στο Αρκάδι. Οι Κεντροχωρίτες θα έπαιρναν μέρος και στην εξέγερση της Θερίσσου το 1905, ενώ ανέπτυξαν αντιστασιακή δράση και κατά τη γερμανική Κατοχή.
Το σημερινό Κεντροχώρι, όπως είπαμε και παραπάνω, είναι ένας μικρός, ήσυχος τόπος, που στη «Die Welt» περιγράφεται πολύ πετυχημένα: «ένα εκκλησάκι, λίγα πλατάνια γύρω από τη μικρή πλατεία στο κέντρο του οικισμού και μια ταβέρνα». Το εκκλησάκι της αναφοράς είναι και το μοναδικό αξιοθέατο –πέρα από το φυσικό τοπίο, το οποίο βάζει τα καλά του κάθε άνοιξη– καθώς είναι βυζαντινός ναός, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που χτίστηκε κατά τον 14ο αιώνα. Από όσο μπορούμε να συμπεράνουμε, μάλιστα, έφερε και πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο, από τον οποίον σώζονται όμως λίγα ίχνη. Αργότερα προστέθηκε στο αρχικό οικοδόμημα κι ένα καινούριο κλίτος, που αφιερώθηκε στον Άγιο Χαράλαμπο.
Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο για το Κεντροχώρι προήλθε από δημοσίευμα της ιντερνετικής εφημερίδας «Made in Creta», σύμφωνα με το οποίο ήταν ίσως ο μοναδικός οικισμός της Κρήτης που, αναλογικά με τον πληθυσμό του, είχε τα περισσότερα αρχαία ονόματα. Δεν γνωρίζουμε πώς ξεκίνησε και πώς διατηρήθηκε μια τέτοια πρακτική σε χρόνια που κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου συνηθισμένο στον χριστιανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο –τα αρχαία ονόματα επανήλθαν στο προσκήνιο χάρη στους Φαναριώτες, πριν γνωρίσουν εκ νέου διάδοση. Πλέον, βέβαια, η δραστική μείωση των κατοίκων του χωριού έχει πλήξει αυτή την εικόνα, που όμως επαναβεβαιώνεται τα καλοκαίρια, όταν επιστρέφουν εκεί πολλοί απόδημοι Κεντροχωριανοί.
ΠΗΓΗ: travel.gr






