Η νέα έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ για τον εισερχόμενο τουρισμό στην Ελλάδα το 2025 αποτυπώνει μια χρονιά έντονων αντιθέσεων. Από τη μία πλευρά, καταγράφονται ιστορικά υψηλά σε αφίξεις και εισπράξεις, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή δυναμική του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Από την άλλη, αναδεικνύονται δομικές μεταβολές που επηρεάζουν την ποιότητα και τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης, με κυριότερη τη σταθερή μείωση της διάρκειας παραμονής των επισκεπτών και την άνιση κατανομή της τουριστικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι διεθνείς αφίξεις το 2025 ανήλθαν σε 37,98 εκατομμύρια, αυξημένες κατά 5,6% σε σχέση με το 2024 και κατά 21,2% σε σχέση με το 2019.

Παράλληλα, οι τουριστικές εισπράξεις έφτασαν τα 22,6 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 9,8% σε ετήσια βάση και σχεδόν 28% σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο. Οι διανυκτερεύσεις διαμορφώθηκαν σε 233,1 εκατομμύρια, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση 0,9%, στοιχείο που αποκαλύπτει ότι η αύξηση της ζήτησης δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη επιμήκυνση της παραμονής.

Η απόκλιση αυτή αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ευρήματα της έρευνας του ΙΝΣΕΤΕ, καθώς επηρεάζει άμεσα την αποδοτικότητα του τουριστικού προϊόντος. Η Μέση Διάρκεια Παραμονής μειώθηκε περαιτέρω το 2025 στις 6,1 διανυκτερεύσεις, από 6,4 το 2024 και 7,4 το 2019, καταγράφοντας συνολική πτώση άνω του 17%. Πρόκειται για μια τάση που δεν είναι συγκυριακή, αλλά συνδέεται με βαθύτερες αλλαγές στη διεθνή τουριστική συμπεριφορά.

Η μείωση της διάρκειας παραμονής αποδίδεται, σύμφωνα με τη μελέτη, σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η άνοδος των τιμών σε διαμονή και μεταφορές περιορίζει τη δυνατότητα παρατεταμένων διακοπών, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η τάση για περισσότερα αλλά μικρότερης διάρκειας ταξίδια. Παράλληλα, η ενίσχυση του αστικού τουρισμού και των σύντομων αποδράσεων, ιδιαίτερα στην Αθήνα, οδηγεί σε περαιτέρω μείωση του μέσου χρόνου παραμονής.

Σε ό,τι αφορά τα μέσα μεταφοράς, το αεροπλάνο επιβεβαιώνει τον κυρίαρχο ρόλο του στον εισερχόμενο τουρισμό. Συγκεντρώνει πάνω από το 73% των αφίξεων και το 90% των εισπράξεων, ενώ οι ταξιδιώτες που φτάνουν αεροπορικώς εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερη δαπάνη σε σχέση με όσους εισέρχονται οδικώς. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη σημασία της αεροπορικής συνδεσιμότητας για την ποιοτική ανάπτυξη του τουρισμού.

Η εποχικότητα παραμένει βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού τουρισμού, αν και παρουσιάζει τάσεις εξομάλυνσης. Το τρίτο τρίμηνο εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας, ωστόσο το μερίδιό του μειώνεται σταδιακά. Αντίθετα, το δεύτερο τρίμηνο ενισχύεται, εμφανίζοντας υψηλότερη δαπάνη και διάρκεια παραμονής, γεγονός που αναδεικνύει τις δυνατότητες επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου.

 

Σε γεωγραφικό επίπεδο, η έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ καταγράφει έντονη συγκέντρωση της τουριστικής δραστηριότητας. Οι πέντε βασικές περιφέρειες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των επισκέψεων και των εσόδων, με το Νότιο Αιγαίο και την Αττική να διατηρούν την κυρίαρχη θέση. Αντίθετα, άλλες περιοχές εμφανίζουν σημάδια υστέρησης ή πίεσης, γεγονός που εντείνει τις ανισότητες στο εσωτερικό της χώρας.

Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζει και ο τομέας της κρουαζιέρας, ο οποίος μετά την πανδημία εμφανίζει έντονη ανάκαμψη. Τα έσοδα ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ, υπερδιπλάσια σε σχέση με το 2019, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του κλάδου για τη συνολική τουριστική δραστηριότητα.

Οι βασικοί τροφοδότες του ελληνικού τουρισμού

Η ανάλυση των χωρών προέλευσης για το 2025, όπως αποτυπώνεται στη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, δείχνει ότι ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις παραδοσιακές ευρωπαϊκές αγορές, με ορισμένες όμως σημαντικές ανακατατάξεις τόσο σε επίπεδο αφίξεων όσο και σε επίπεδο δαπάνης. Οι δέκα σημαντικότερες αγορές καλύπτουν συνολικά το 60,1% των αφίξεων και το 66,5% των τουριστικών εισπράξεων, επιβεβαιώνοντας τον κεντρικό τους ρόλο στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας του κλάδου.

  

Η Γερμανία παραμένει η μεγαλύτερη αγορά για την Ελλάδα, με περίπου 4,7 εκατομμύρια επισκέπτες, ωστόσο η συμβολή της στα έσοδα εμφανίζεται συγκρατημένη σε σχέση με το παρελθόν. Οι εισπράξεις από τη γερμανική αγορά διαμορφώνονται σε περίπου 3,5 δισ. ευρώ, με τη μέση δαπάνη να εμφανίζει τάσεις στασιμότητας, στοιχείο που συνδέεται με τις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα γερμανικά νοικοκυριά αλλά και με τη στροφή προς συντομότερες διακοπές.

Το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθεί ως μία από τις πλέον δυναμικές αγορές, με περίπου 4,5 εκατομμύρια αφίξεις και εισπράξεις που ξεπερνούν τα 3,2 δισ. ευρώ. Οι Βρετανοί επισκέπτες διατηρούν υψηλή κατά κεφαλή δαπάνη και σημαντική διάρκεια παραμονής, γεγονός που τους καθιστά έναν από τους βασικούς πυλώνες της τουριστικής οικονομίας, ιδιαίτερα για τους νησιωτικούς προορισμούς.

Ιδιαίτερη ενίσχυση παρουσιάζει η αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία καταγράφει περίπου 1,5 εκατομμύριο επισκέπτες, με τις εισπράξεις να προσεγγίζουν τα 1,6 δισ. ευρώ. Η υψηλή κατά κεφαλή δαπάνη των Αμερικανών, που συγκαταλέγεται στις υψηλότερες μεταξύ των βασικών αγορών, ενισχύει σημαντικά την αξία του τουριστικού προϊόντος και επιβεβαιώνει τη στρατηγική σημασία της αγοράς αυτής.

Η Γαλλία διατηρεί σταθερή παρουσία, με περίπου 1,8 εκατομμύρια επισκέπτες και εισπράξεις που υπερβαίνουν τα 1,4 δισ. ευρώ, ενώ η Ιταλία καταγράφει περίπου 1,9 εκατομμύρια αφίξεις, με ελαφρώς χαμηλότερη μέση δαπάνη. Οι αγορές αυτές χαρακτηρίζονται από πιο ευέλικτα ταξιδιωτικά πρότυπα και αυξημένη χρήση ανεξάρτητων κρατήσεων, γεγονός που επηρεάζει τη διάρκεια και τη δομή των δαπανών.

Αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία της Πολωνίας, η οποία συνεχίζει να ενισχύεται, με περίπου 1,2 εκατομμύρια επισκέπτες, συμβάλλοντας σημαντικά στην αύξηση των αφίξεων, αν και με χαμηλότερη κατά κεφαλή δαπάνη σε σύγκριση με τις δυτικοευρωπαϊκές αγορές. Αντίστοιχα, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης παρουσιάζουν αυξανόμενη δυναμική, κυρίως λόγω της βελτίωσης της αεροπορικής συνδεσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προορισμών.

Η Τουρκία αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές, με περισσότερους από 1 εκατομμύριο επισκέπτες, κυρίως λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας και της εύκολης πρόσβασης. Ωστόσο, η μέση δαπάνη παραμένει χαμηλότερη, γεγονός που περιορίζει τη συνολική συμβολή της αγοράς στα έσοδα.

Σημαντική είναι και η παρουσία της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, που συνδέονται κυρίως με οδικό τουρισμό, παρουσιάζοντας υψηλούς αριθμούς αφίξεων αλλά χαμηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη. Οι αγορές αυτές ενισχύουν τον συνολικό όγκο του τουρισμού, αλλά η συμβολή τους στην αξία του προϊόντος παραμένει περιορισμένη.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ είναι ότι η διαφοροποίηση μεταξύ των αγορών δεν αφορά μόνο τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά κυρίως τη συμπεριφορά τους. Αγορές όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο συνδέονται με υψηλότερη δαπάνη και μεγαλύτερη κατανάλωση υπηρεσιών, ενώ άλλες αγορές συμβάλλουν περισσότερο στον όγκο παρά στην αξία.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη σημασία μιας πιο στοχευμένης στρατηγικής προσέλκυσης επισκεπτών, με έμφαση όχι μόνο στην αύξηση των αφίξεων, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας της ζήτησης. Η ενίσχυση αγορών υψηλής αξίας, η επιμήκυνση της διάρκειας παραμονής και η διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού τα επόμενα χρόνια.

money-tourism.gr