More

    “Η γριά μανταρινιά”: Μια φορά κι έναν καιρό…

    Τα παλαιότερα χρόνια, στην πλατεία ενός μικρού χωριού, όχι πολύ κοντά αλλά ούτε πολύ μακριά από εδώ, ήταν μια γέρικη μανταρινιά. Κι ήταν το στολίδι του.

     

    Δεν ήταν η όψη της που της έκανε να διαφέρει αλλά ένα καλά κρυμμένο μυστικό που ξεκινούσε από τις κρυμμένες ρίζες της, διαπερνούσε τον μικρό κορμό της και απλωνόταν ως τις άκρες των λεπτών της φύλλων. Η αξία του ήταν ανεκτίμητη. Όποιος το μάθαινε γινόταν πλούσιος στην καρδιά και στο μυαλό.

    – “Μέλι έχει πια; Γιατί όλα τα παιδιά την περιτριγυρίζουν; Εκεί παίζουν εκεί καυγαδίζουν κι όταν πάλι συμφιλιωθούν, κοντά σε αυτή πανηγυρίζουν!”, παραπονιόταν η κυρά Μαλάμω, όσο ζύμωνε το ψωμί της.

    Κι ήταν αλήθεια. Τα παιδιά ήταν κοντά της συνέχεια. Όλο το χρόνο.

    “Η ζωή έτσι είναι ,μια πασχαλίτσα κι ένα δάκρυ. Στο δάκρυ η βροχή ,στη βροχή το ουράνιο τόξο…”

    Όλη την άνοιξη ,μα πιο πολύ τον Απρίλη. Τον πασχαλιάτικο μήνα που έβρεχε ζωή και χρώματα ,που μύριζε και λίγο καλοκαίρι. Πάνω στις ρίζες της κάθονταν για να διαβάσουν, γύρω από τον κορμό της έτρεχαν στο κυνηγητό, στα κλαδιά της σκαρφάλωναν όταν έπαιζαν κρυφτό, κάτω απ’ τη σκιά της λέγαν ιστορίες. Κι εκείνη, όμως δεν τα άφηνε παραπονεμένα. Σαν τύχαινε, ενώ έτρεχαν σε χώματα που, κάτω από την ομορφιά των πολύχρωμων λουλουδιών κρύβονταν κοφτερές ύπουλες πέτρες , να τσακίσουν τα γόνατά τους, ευθύς τα παρηγορούσε. Όταν ερχόταν η νύχτα και το φεγγάρι ολόγιομο καθόταν αναπαυτικά στη θέση του ενώ ασημένια αστέρια χόρευαν στον ουρανό, ξεκινούσε να τους αφηγείται παραμύθια. Γιατί ήξερε άπειρα από αυτά, κι αυτός ήταν ένας σοβαρός λόγος για να την αγαπάνε.

    – “Μια φορά κι έναν καιρό” , έλεγε με τη γέρικη ,μα αρχοντική φωνή της.

    Τα κερνούσε γλυκό χυμό αγαπονείρων και τους διηγούνταν περιπέτειες και θαύματα που έζησαν πολύχρωμες και λευκές πεταλούδες όταν κατάφεραν να βγουν απ’ το κουκούλι τους.

    – “Ό,τι έχει φτερά είναι ελεύθερο, φεύγει και ξεγλιστράει, χάνεται και πετά για όπου αγαπάει αλλά δεν ξεχνά τις ρίζες του και σε αυτές πάντα  γυρνάει”, έλεγε στα παιδιά που προσπαθούσαν με λαχτάρα να πιάσουν μια από τις πασχαλίτσες που στόλιζαν τα φύλλα της.

    Μα αυτά επέμεναν, ώσπου τελικά, κάποιο παιδί κατάφερνε να τη φυλακίσει στη χούφτα του. Εκείνη το έσκαγε , εκείνο έκλαιγε. Η ζωή έτσι είναι ,μια πασχαλίτσα κι ένα δάκρυ. Στο δάκρυ η βροχή ,στη βροχή το ουράνιο τόξο…

    Τα χρόνια περνούσαν κι οι μέρες κυλούσαν γύρω από τη γριά μανταρινιά άλλοτε σαν δροσερό νερό άλλοτε με δάκρυα, με βροχές, με ουράνια τόξα…

    Κι ύστερα; Τι έγινε ύστερα;

    Ύστερα βγήκε ο ήλιος.

    Κι εδώ τελειώνει η μικρή αυτή ιστορία με την παρουσία του απαστράπτοντα βασιλιά ως ένα αισιόδοξο τέλος.

    “Όταν ερχόταν η νύχτα και το φεγγάρι ολόγιομο καθόταν αναπαυτικά στη θέση του ενώ ασημένια αστέρια χόρευαν στον ουρανό, ξεκινούσε να τους αφηγείται παραμύθια. Γιατί ήξερε άπειρα από αυτά, κι αυτός ήταν ένας σοβαρός λόγος για να την αγαπάνε”

    Όσο για την κυρά Μαλάμω, την παραπονεμένη αυτή κυρά…

    Όποτε έβλεπε ότι ,η γριά μανταρινιά ήταν μόνη της, δεν έχανε την ευκαιρία…Έπαιρνε το κέντημά της και πήγαινε σε αυτήν. Σε εκείνη πια παραπονιόταν, σε κείνη έλεγε τα μυστικά της. Πάνω στις ρίζες της άφηνε το κρυφό της δάκρυ, γύρω από τον κορμό της τύλιγε τις κλωστές και τα όνειρά της, ανάμεσα από τα κλαδιά της προσπαθούσε να δει τις ακτίνες του ήλιου που τρεμόπαιζαν, στη γλυκιά σκιά της ξεκουραζόταν μέχρι να έρθει η ώρα να γυρίσει πάλι πίσω στο σπίτι της να ζυμώσει το ψωμί της.

     

    Κείμενο: Μαργαρίτα Αυγουσιανάκη

     

    * Αρχικά, θα ήθελα να δω τις δικές σας ζωγραφιές!

    * Το μυστικό της γριάς μανταρινιάς ,δηλαδή ,οι γνώσεις των παραμυθιών και η εγκάρδια αφήγηση τους, ο τρόπος της να τα κρατάει “ζωντανά” και να γεφυρώνει τις ανθρώπινες σχέσεις ,χτίζοντας παράλληλα θεμέλια ελπίδας… Πως η γιαγιά αυτή ήξερε τόσα πολλά παραμύθια; Τι είναι τα παραμύθια και ποιος τα δημιούργησε;

    *Έρχεται η “Μάνα των παραμυθιών” για να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά.

    *Μαζί της φέρνει μια έκπληξη παραμυθένια.

    Επικοινωνία: [email protected]

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ