Ακολουθήστε το
στο Facebook για να μην χάνετε είδηση!
Η γέννηση ενός παιδιού θεωρείται ένα από τα πιο έντονα βιώματα στη ζωή ενός ανθρώπου.
Γράφει η Ηρακλεία Κουτουλάκη

Μετά τον τοκετό η συναισθηματική κατάσταση της μητέρας είναι ιδιαίτερα ευάλωτη. Ενδέχεται να νιώσει χαρά, θλίψη για την απώλεια των ρόλων που χάνονται σε αυτήν τη μετάβαση, καθώς και σύγχυση ή φόβο για την ευθύνη που καλείται να αναλάβει.
Είναι πιθανό να εκδηλώσει ευερεθιστότητα, ενώ μπορεί να έχει συχνά ξεσπάσματα κλάματος.
Εκτιμάται ότι το 30 – 75% των νέων μητέρων βιώνουν αυτά τα συναισθήματα σε μία ήπια μορφή, τα οποία είναι γνωστά ως μελαγχολία της λοχείας (Seyfried & Marcus, 2003).
Η κατάσταση αυτή ξεκινάει συνήθως 3-5 ημέρες μετά τον τοκετό και οφείλεται στην απότομη πτώση των ορμονών στα κανονικά επίπεδά τους, από τα αυξημένα επίπεδα στα οποία βρίσκονταν κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης.
Οφείλεται, επίσης, στην εξουθένωση της μητέρας από τον τοκετό και τη μείωση του όγκου του αίματός της κατά 30%, στις αλλαγές στην εξωτερική της εμφάνιση, στις πιθανές απογοητεύσεις (λ.χ. αδυναμία επιλογής φυσιολογικού τοκετού), καθώς και στη δύσκολη επάνοδό της στο σπίτι. Η τελευταία επιβαρύνεται από την ανάγκη διευθέτησης όλων των υποχρεώσεων, τη φροντίδα του νεογέννητου σε εικοσιτετράωρη βάση με αποτέλεσμα τη μειωμένη ανάπαυση, τις δυσκολίες στον θηλασμό και την ανησυχία για την ποιότητα της σχέσης της με τον σύντροφό της.

Τα συναισθήματα αυτά ενδέχεται να είναι παροδικά και να υποχωρήσουν μέσα σε μερικές εβδομάδες. H μητέρα αρχίζει τότε να συνηθίζει το νέο τρόπο ζωής, να αναπαύεται περισσότερο ή να αποδίδει περισσότερο με λιγότερη ξεκούραση. Στην ανακούφιση των αρνητικών συναισθημάτων συνηγορεί η υιοθέτηση ρεαλιστικών προσδοκιών για το ρόλο και τις δυνατότητές της νέας μητέρας. H αναζήτηση βοήθειας, η άσκηση, η ανάπτυξη ποιοτικών σχέσεων με τον σύντροφο της, η φροντίδα του εαυτού της και η εξεύρεση προσωπικού χρόνου αποτελούν επίσης βοηθητικούς παράγοντες (Stoppard, 1995).

Στην περίπτωση που τα συναισθήματα της μελαγχολίας διαρκούν περισσότερο από δύο εβδομάδες ή αρχίζουν να επιδεινώνονται, με αποτέλεσμα να έχουν αντίκτυπο στην υγεία της μητέρας και του βρέφους, οι δυσκολίες εντάσσονται στην επιλόχεια κατάθλιψη. Η επιλόχεια κατάθλιψη, με συχνότητα εμφάνισης 13%, αφορά μία έντονη κατάσταση με καταθλιπτική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας (O’hara & Swain, 1996). Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ανηδονία, απελπισία, κόπωση, προβλήματα συγκέντρωσης προσοχής, αισθήματα αναξιότητας, κοινωνική απομόνωση, αποστροφή προς το βρέφος, διαταραχές στον ύπνο και προβλήματα στην όρεξη (APA, 2016).
Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα η εκδήλωση της επιλόχειας κατάθλιψης σχετίζεται με συγκεκριμένους προγεννητικούς παράγοντες. Οι γυναίκες με ιστορικό κατάθλιψης, με περιορισμένη υποστήριξη, με συναισθηματικές δυσκολίες ή επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού είναι περισσότερο επιρρεπείς σε αυτήν (Robertson, Grace, Wallington, & Stewart, 2003). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αποτέλεσμα ανωμαλιών στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών, που μπορούν να οδηγήσουν σε συναισθηματική αστάθεια, γι’ αυτό και κρίνεται απαραίτητη η εξέταση του θυρεοειδούς.

Η Επιλόχεια Ψύχωση είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς αφορά 1-2 γυναίκες ανά 1000 γεννήσεις. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν συναισθηματική αστάθεια, διέγερση ή κατατονία, αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις, αυτοκτονικό ιδεασμό και επιθετικές τάσεις. Σε αυτήν την περίπτωση οι μητέρες δε θα πρέπει να υποτιμούν τα συναισθήματά τους, αλλά να απευθυνθούν άμεσα σε κάποιον ειδικό.
Ορισμένες μητέρες κατακλύζονται από συναισθήματα άγχους και φόβου ότι δε θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες του νεογέννητου. Άλλες κυριεύονται από κρίσεις πανικού, με ταχυκαρδία, εξάψεις, δύσπνοια, εφίδρωση, αίσθημα ζάλης και τρόμου.
Σε ορισμένες ακόμα περιπτώσεις εκδηλώνουν έμμονες ιδέες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, όπως συνεχή έλεγχο της αναπνοής του βρέφους ή μανιώδες καθάρισμα του σπιτιού. Τα συμπτώματα αυτά εντάσσονται στις Αγχώδεις Διαταραχές και οι μητέρες θα πρέπει να αναζητήσουν βοήθεια προκειμένου να ελέγξουν όλες τις συνέπειες της δυσλειτουργικότητας που αυτά προκαλούν.
Η άμεση αντιμετώπιση των συναισθηματικών δυσκολιών της λοχείας είναι κρίσιμης σημασίας. Η μειωμένη ευαισθησία και ικανότητα της μητέρας να ανταποκριθεί στις ανάγκες του μωρού της έχει επιπτώσεις και στη φροντίδα του βρέφους. Η πρώιμη σχέση του βρέφους με τους γονείς και ειδικότερα με τη μητέρα θέτει τις βάσεις για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη της νοητικής του ικανότητας και τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Οι συναισθηματικές δυσκολίες μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες στη δημιουργία του δεσμού μητέρας – βρέφους, στην υγεία και την ευεξία της γυναίκας, όπως και στη διατήρηση καλών σχέσεων με τα άλλα μέλη της οικογένειας. (Murray & Cooper, 1997; Beck, 1995; Macfarlane, 1988; Field, 2010).
Οι γυναίκες που αναζητούν βοήθεια και ενημερώνονται για τη σοβαρότητα των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν, είναι σε θέση να διαχειριστούν τα αρνητικά τους συναισθήματα και να ανταποκριθούν αποτελεσματικότερα στο νέο τους ρόλο. Ο καθορισμός του προβλήματος, η αναζήτηση των αιτιών που το τροφοδοτούν και ο προσδιορισμός των επιδιωκόμενων στόχων βοηθούν στην επιλογή του κατάλληλου σχεδίου δράσης (O’hara, Stuart, Gorman & Wenzel, 2000).
Οι μητέρες μπορούν να αντιμετωπίσουν τα επερχόμενα προβλήματα με γνώση, δύναμη και αισιοδοξία, ώστε να είναι σε θέση να απολαύσουν τις καλύτερες στιγμές του νεογέννητου μωρού τους.
Η Ηρακλεία Κουτουλάκη είναι Πτυχιούχος Ψυχολογίας, MSc Σχολικής Ψυχολογίας, Σύμβουλος Εκπαιδευτηρίων Θεοδωρόπουλου, Μετεκπαιδευθείσα στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία Ενηλίκων



