Ήταν μία από τις φορές όπου το κοινό περί δικαίου αίσθημα ικανοποιήθηκε από την ελληνική δικαιοσύνη.

Ένα τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Σούδας που κατέληξε σε θάνατο ενός νέου παιδιού, κρίθηκε. Κρίθηκε με τρόπο που διέφερε ριζικά από αυτό που έχουν συνηθίσει όσοι συχνάζουν στα δικαστήρια και παρακολουθούν αντίστοιχες δίκες. Κρίθηκε και γρήγορα, μόλις ένα έτος μετά το συμβάν, όταν σε άλλες περιπτώσεις περνούσαν χρόνια και χρόνια για να φτάσουν ανάλογες υποθέσεις στο ακροατήριο.

Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για παραδείγματα. Σε ένα δυστύχημα που όλοι θυμούνται στα Χανιά, το τροχαίο έξω από το Πολυτεχνείο Κρήτης όπου σκοτώθηκαν οι δύο φοιτητές, η Στέλλα και ο Γιάννης, ο υπαίτιος οδηγός δικάστηκε μετά από 4μισι χρόνια και καταδικάστηκε σε ποινή λίγο μικρότερη από 7 έτη, εκ των οποίων στη φυλακή εξέτισε ακριβώς… μηδέν.

Η αυστηροποίηση των ποινών για όσους προκαλούν θάνατο σε τροχαία δεν προέρχεται από τον νέο ΚΟΚ, αλλά από μια διάταξη στον ποινικό κώδικα που είχε ψηφιστεί το 2021.

Αν ίσχυε σήμερα το νομικό καθεστώς που είχαμε πριν το 2021, η ποινή δεν θα ξεπερνούσε τα 5 χρόνια για το τροχαίο καθεαυτό. Ήταν αδύνατον για ένα δικαστήριο να αποφασίσει κάτι αυστηρότερο.

Τώρα όμως ο οδηγός της Πόρσε καταδικάστηκε σε 18 χρόνια στη φυλακή, εκ των οποίων τα 15 ήταν η ποινή για το τροχαίο της Λεωφόρου Σούδας και το υπόλοιπο αφορούσε άλλα παρελκόμενα αδικήματα.

Βέβαια, ο πραγματικός χρόνος στέρησης της ελευθερίας θα είναι σαφώς μικρότερος. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα είναι μηδαμινός.

Στο δικαστήριο αναδείχθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία λίγο-πολύ γνωρίζουν όλα τα Χανιά εδώ και καιρό. Ότι ο δράστης ήταν υπό την επήρεια, ότι δεν πέρασε ποτέ το όχημα του νεκρού Παναγιώτη στην απέναντι λωρίδα, ότι είχε αφεθεί ελεύθερος από αστυνομικούς νωρίτερα με την υπόσχεση να μην οδηγήσει εκείνο το βράδυ…

Κι ότι στην πραγματικότητα δεν επέδειξε μεταμέλεια – που ουσιαστικά ήταν το μοναδικό ζητούμενο στη δίκη, γιατί δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η απόφαση θα ήταν καταδικαστική.

Η υποστήριξη κατηγορίας, με τη μέθοδο της εις άτοπο απαγωγής, απέκλεισε ένα-ένα όλα τα ενδεχόμενα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο.

Η υπεράσπιση κατέθεσε ένα… εξωτικό επιχείρημα, ζητώντας ουσιαστικά να μην τιμωρηθεί αυστηρά ο οδηγός επειδή η αστυνομία δεν τον συνέλαβε όταν έπρεπε, στο πρώτο αλκοτέστ δηλαδή, με αποτέλεσμα αργότερα να συμβεί το μοιραίο.

Οι παραλείψεις κάποιου τρίτου όμως, δεν σημαίνουν ότι ο δράστης φέρει λιγότερη ευθύνη για όσα έκανε. Δεν θα μπορούσε να σταθεί κάτι τέτοιο στο δικαστήριο, όπως και έγινε τελικά. Όπως επίσης δεν αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Και η απόφαση, 18 χρόνια.

Είναι αρκετή η ποινή αυτή για να καταπραΰνει την απώλεια μιας χαμένης ζωής; Αμφίβολο.

Είναι επαρκής για να συνετίσει τον υπαίτιο ώστε να μην ξανακάνει όσα έκανε πριν την τραγωδία; Μόνο το μέλλον θα το δείξει.

Αποτελεί η ποινή αυτή φόβητρο για όποιον θέλει να κυκλοφορεί στους δρόμους σε κατάσταση εκτός εαυτού χωρίς να υπολογίζει τίποτα; Πιθανότατα ναι.

Συμβαδίζει αυτή η ποινή με την επιθυμία της απόλυτης πλειοψηφίας της κοινωνίας για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοια περιστατικά;

Κρίνοντας από κάθε σχεδόν συζήτηση για την τραγωδία αυτή, από σχόλια, αναρτήσεις, κείμενα, σε γραφεία και καφενεία, σε έντυπα και κοινωνικά δίκτυα, δημόσια και ιδωτικά, από τον Ιανουάριο του περασμένου έτους μέχρι σήμερα, η απάντηση είναι ξεκάθαρη.

Ναι.

Λεωνίδας Φιλικόζης – kriti360.gr

Με την ελπίδα να μην ξανασυμβεί ποτέ, αλλά και τη γνώση πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον.